2 definitions by bbwolf12

Top Definition
Verb. To have sex, to fuck a woman.

past tense: D badded
Would you d bad that girl?
Yeah, she's hot, i'd like to "d bad" her.
#sex #fuck #bone #screw #do
από bbwolf12 23 Ιούλιος 2008
A guy who is willing to have a very ugly girl as her fubu
That guy is a sick puppy for having Goldie as his fubu.
#fubu #sick puppy #ugly #sick #puppy
από bbwolf12 10 Ιούλιος 2008
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×