1 definition by bdop

Meat, raw or prepared, discovered in a public place. Presumably lost by grocery shoppers on public transit or ditched by shoplifters.
I found some street meat on the train, it was still cold.
από bdop 24 Δεκέμβριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×