1 definition by bearinthewoods

Verb: The physical act of taking a dump while in the woods, signifying who is boss of the nearest trail. Usually an awkward, highly discrete process.

Noun: The object left behind after one engages in trailbossing.
I had to emergency trailboss while I was hiking in the woods up north yesterday, it was a little sketchy.
από bearinthewoods 3 Δεκέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×