1 definition by bid93

A word used to describe a girl, trick, woman, or female. Plural can be bids or biddies. Derived from bitches, which can be shortened to bids.
Jake- "Where the bids at?"
Brandon- "I don't know, haven't seen a good bid in a while."
από bid93 24 Απρίλιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×