1 definition by bobert1234444

To chop a person in the stomach so hard, the remains form pork chop like Bork pieces.
Filippo borkchoped Anthony than later ate his remains.
από bobert1234444 9 Ιούνιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×