1 definition by bodhisattva1

(verb) the act of doing something incredibly foolish and ridiculous that causes one's own injury, or more likely, death.
Natasha bumfaced down the stairs and died.

Did you see how Steve bumfaced his way down the hill while skiing? Now he's in a coma.
από bodhisattva1 4 Ιούλιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×