1 definition by carta

(n) Used to describe a large group of males gathered around one specific female, often due to the lack of females in a vicinity.
(v) to attach to a group of other males gathered around a specific female.
From: conglomerate
There was a glom in her dormroom and she basked in the attention.
από carta 14 Νοέμβριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×