1 definition by chaconned

1. To take a pastry to the face, generally in anger or rage, an immature way to get back at someone.
I walked up to a clown and he cha-conned me in the face with a pie.

I got in a fight and cha-conned her in the face with a muffin.

από chaconned 18 Ιανουάριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×