2 definitions by chicago

1. With accent, "he" pronoun in Spanish.
2. Without accent, masculine article in Spanish.
3. Chicago elevated rail (subway) system
4. Any elevated subway
I live in Chicago, and ride to El to work.
από Chicago 3 Δεκέμβριος 2003
innitiation into a street gang, ussualy given to males, bitches usualy get fucked in or will do a mission, and bitch males will do a mission
i got dat 5 minute violation so now i killin folkks 4 life
από chicago 11 Μάρτιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×