1 definition by coolbananas

A ponce, typically male, is one who enjoys the scent of his own farts, more than he enjoys the company of others.
"I dare say, that Richard Dawkins is such a ponce."
από coolbananas 27 Ιούνιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×