1 definition by countrygrammar26

OL BADON- defined as term for sexually active female with many partners. Normally this is used by country folk to define skank or whore.
Wow man did you see all those ol badon at that party. I really got the vibe most were DTF.
από countrygrammar26 23 Αύγουστος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×