1 definition by crabmanaiight

Trainspotter: 1) someone who logs in train numbers; basically a derogatory term one gives to a person of uselessness and hopelessness ; a Sad-ass square
(captain of team one) okay my pick; er il have jimmy. (captain of team two) Oh mannnn i guess that leaves me with christian - we cant use him he's a trainspotter
από crabmanaiight 7 Ιούλιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×