1 definition by crawford, jerrel

Top Definition
to respond violently to someone who disrespects you.
the neighbor used profanity against my mother and i decided to go ham when i got the oppurtunity.
#going ham #snap #explode #go off #off the chain #went hamdecie
από crawford, jerrel 5 Φεβρουάριος 2008
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×