1 definition by cuntmouth

A person having a great desire to consume large amounts of ejaculate, while displaying a hungry frenzied piglike demeanor.
The cumpigs body squirmed violently as she choked on dick and swallowed her last breath, a huge explosion of thick globby cum down her throat.
από cuntmouth 28 Ιούλιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×