2 definitions by dal

Top Definition
>.>
A face that eyes are shifting to one direction;, suggesting suspicion or not believing someone.
Bob: Hey dude, I won 50 million dollars yesterday!
Joe: Oh really? >.>
από Dal 20 Ιούλιος 2003
A Navy term used to describe a person who's job is in Aviation Ordnance on an aircraft carrier flight deck. An ordnanceman.
If you see the 'Red Shirts' running, keep up.
#shirt #red #ordnanceman #ordie #aviation ordnance #bb stacker
από dal 27 Ιανουάριος 2006
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×