1 definition by dark-obi-wan

1. n. In the game of paintball, an object to hide behind.

2. v. In the game of paintball, the act of catching someone behind their bunker and shooting the shit out of them.
That kid was camping behind his bunker. He camped so long I ran through and bunkered his ass.
από dark-obi-wan 11 Μάρτιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×