1 definition by davoood

A lazy feeling or impatience towards a specific task or activity.

"Hos" = a combination of patience, energy, and will.
1)
(thinking about a project)
"I have no hos for this."

2)
-"Do you want to go to tonight's frat party?"
-"no hos"
από davoood 4 Δεκέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×