1 definition by dbrickishawfurgesun

Smiled A Little, Then Stopped. A more accurate acronym for those who use "LOL" too much.
Person 1: (Posts humorous picture, but not humorous enough to laugh audibly)
Person 2: "salts"
Person 3: "salts???"
Person 2: "smiled a little, then stopped"
Person 1: "makes sense lol"
Person 3: "lol oh okay lol"
από dbrickishawfurgesun 6 Δεκέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×