2 definitions by dibtio

To dominate or be better than; to be superior to.

Originally a typo for "own".
I'm going to pwn you at Battleship.
από dibtio 19 Μάρτιος 2006
A slang term for penis.
"Man, he has a huge bajonjon!"
από dibtio 24 Δεκέμβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×