1 definition by dyldowhit

A term used to describe boobs that are rated as extremely good looking. Usually larger than average. Comes from the slang term, tit, and the word "majority"
I've seen some boobs in my day, but those are in the titority
από dyldowhit 15 Μάρτιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×