3 definitions by eagles520

To be extremely high on marijuana.
(after smoking) "dude im razzled!"
από eagles520 4 Δεκέμβριος 2009
Slang term for nap.
I'm beat, i need a McNappington
από eagles520 25 Μάρτιος 2010
The munchies after being razzled (see Razzled)
Dude im so razzled right now, lets get some razzlesnacks!
από eagles520 5 Δεκέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×