1 definition by em[ily]

1. a pirate word.
2. a way of saying "yes".
3. a pirate's way of saying yes.
Mother: Honey, go to bed its getting late.
Daughter: Yargh mother.
από em[ily] 12 Νοέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×