1 definition by eosbnnaarsh

To masturbate during a disaster, or when normal masturbation turns disastrous.
Masturbation turns into disasturbation if you're arrested for doing it in public.
από eosbnnaarsh 8 Νοέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×