1 definition by frannydanger

1: A hemming alteration of the sleeve on gentleman's shirt which bares and highlights the gentleman's tricep, while maintaining the general appearance of a normal sleeve.

2: the circumsized area of a penis
1: "Swirling Murphy's, Charlotte, your tri's are poppin' off in that gentlemen's cut."

2: "I met Patrick Swayze, and his tongue knew it's way around a Gentleman's Cut."
από frannydanger 5 Αύγουστος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×