1 definition by goddessrae

kak
pronounced 'kuk'. lierally 'shit' in afrikaans. can be used in this context or as an extreme version of something.
dude, your kak smells bad.(bad thing)
or
dude, that chick is kak pretty.(good thing)
or
go kak, man. you're so full of kak.
από goddessrae 9 Οκτώβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×