2 definitions by gweasel

Top Definition
Broken in a sudden, unexpected manner at a critical time.
It's launch day and the webserver's fuckin BORKE
#broke #broken #fubar #fiasco #busted
από gweasel 29 Ιανουάριος 2009
Chewing a piece of wintergreen gum while smoking a ciggie cause you're out of menthols.
American Spirits burn my throat yo. You at least got the gum for a ghetto menthol?
#menthol #kool #cigarette #wintergreen #gum #chewing gum
από gweasel 30 Ιανουάριος 2009
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×