1 definition by hahahahoho

noun

someone who laughs at everything.
someone who is fun to be around.
Someone who is simply the best person anyone could ever have the privilege of knowing.
someone who loves dogs and little twin stars
that girl is so gelinda!
από hahahahoho 20 Οκτώβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×