1 definition by hahahanonymous

Verb. The position of using your index fingers as replacement eyebrows to show your fury. It is usually accompanied with a frown.
I stole my friend's bag of chips, so she lifted her arms up, and put her fingers against her eyebrows to angryface me.
από hahahanonymous 11 Μάρτιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×