1 definition by haynbob

To be tired to a point in which you can't find a better word other than bogging.

To be Extremely lazy due to a previous encounter with a strenuous activity.
"Wow that 4 mile run was tiring," said Jim.

"Yeah I'm totally bogging," replied John
από haynbob 24 Αύγουστος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×