1 definition by heftyclean

nob
to suck, lick, and bite on a man's penis (aka oral sex)
his warm, erect penis slid straight into my mouth; and as i sucked faster and faster he began to cum in my mouth. i happily swallowed it and continued sucking. (i gave him nob or i was nobbing him)
από heftyclean 7 Ιούλιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×