1 definition by himmy

pwla is a "l33t" version of the word "pula" which is romanian for "cock"
It's used mainly on romanian chats that have a word-filter
Dute-n pwla mea!
Sugi pwla
Ete pwla!
or even just "pwla" when you disagree with something
από himmy 13 Ιανουάριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×