1 definition by hoosiersthisisIU

Guar is short for "guarantee" or "guaranteed" and was coined by the members of Phi Kappa Psi at Indiana University.
kid 1: "Yo, do you want to go shoot hoops later?"
kid 2: "Guar."

kid 1: "I think we took cubby rips last night."
kid 2: "That's a guar."
από hoosiersthisisIU 16 Μάιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×