1 definition by imkessel

Top Definition
brown storm - a great mess or ordeal; a polite way to say "shit storm" when in mixed company
Dawn Marie was hit with a brown storm of paperwork; she had to stay late for two weeks before she could catch up.
από IMKessel 25 Οκτώβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.