1 definition by insouciant

(verb) the phase between playful banter and patent flaming; nonfighting that turns to fighting when allowed to go on; mostly happens in chats
Those two should never be together.. they start off nice then moves on to shananaging.
από insouciant 5 Φεβρουάριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×