1 definition by itsromp'ntimexD

to engage in a sexual activity, usually involving a penis. (69, analingus, fillatio, standing 69, doggy, mitionary, cowboy.)
Man I totally ROMP'd Connor last night, it was amazing!
από itsromp'ntimexD 8 Νοέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×