1 definition by jacobL

the act of hobnobbing. associating with some one familiarly.
Lance returned to his table after conversing with many different patrons at the bar, his friend Carl said "your hobnobbery makes you look like an asshole."
από jacobL 31 Οκτώβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×