1 definition by jesus christophosen

Verb. to be in a state of government benificary reliance.
The rocker acronyn: govt. benificary.
Derived: beneficaries abilty to 'sit back and rock' for lack of occupational responsibilty.
Im on the rocker...The mans got my back!
από jesus christophosen 30 Οκτώβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×