1 definition by jigsawed

Top Definition
to steal or engage in an act of thievery.

synonym of jack
"oooh hell no! Please don't tell me you teefed the box of fruit roll-ups i was hiding ?!"
#teef #teefing #jack #teefed #stole
από jigsawed 12 Ιούλιος 2008
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×