2 definitions by jim bitchen

n. U. S. military slang for a German person, particularly males.
Used primarily by American servicemen stationed in Germany.

From Hermann, common masculine name.
Sgt. Washington was heading for Vienna but ended up getting hammered in Munich with a couple of Herms.
από jim bitchen 21 Φεβρουάριος 2006
noun - archaic
A young and/or inexperienced surfer.

Pronounced kook

synonyms: gremmie
That little kuk just dropped in on me.
από jim bitchen 21 Φεβρουάριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×