3 definitions by jlove

Noun. A swimsuit for women consisting of a bikini bottom and a tanktop top.
She brough her tankini and sunscreen to the beach.
από jlove 1 Απρίλιος 2005
Native American name for a guy with skinny legs who wears skin tight jeans.
Look at "ass on sticks" unloading his truck.
από JLove 9 Ιούλιος 2004
Schmurik derives from the latin Schamoo Ricotta. Used between the dates of 1730 and 1780 to describe the buggery of ones cousins.
My dear Mr Darcy you schmurickster you.
από JLove 3 Αύγουστος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×