2 definitions by jobrien

pippa (verb) - when a bridesmaid tries to outshine the bride in hotness.
BRIDE: "Gurrrrl, don't even try to pippa my wedding!"
από jobrien 1 Μάιος 2011
Boiled and dryed locusts sold in Japan
A: Do you want some Inago?

B: Naw man that stuff is for Japanese that try to gross out foreigners...

A: But they don't taste all that bad...

B: Yeah, I don't mind them, but I just don't want any...
από JOBrien 14 Αύγουστος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×