1 definition by jwizzle3167

A combination of laying around and lounging; common activity on Sundays or any other day where jack shit needs to be done.

First coined on 4/26/09, a particularly lazy Sunday.
girl 1: "so what were you doing over there all day?"

girl 2: "larounging...watching movies, dozing in and out of consciousness, the usual Sunday stuff"
από jwizzle3167 27 Απρίλιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×