1 definition by k.k

(Er-gavated) is another word for aggravrvated, with a southern sound to it. Ergavated is being aggrarvated, or something thats being aggrarvated. To aggravate.
Kelly was ergavated when she got hit with a ball.

The rash on John's arm was ergavted by grass.
από K.K 6 Ιούνιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×