1 definition by kasabian720

The foremost position in an army or fleet advancing into battle; the foremost or leading position in a trend or movement; those occupying a foremost position.
The vanguard of the group led their whole military to victory.
από kasabian720 14 Οκτώβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×