1 definition by katski

wonkulated as having been on a wonkulator-the morning after feeling when you dont know whether you are coming or going or are feeling all inside out
what a night !-i feel like i have been wonkulated
από katski 5 Ιούνιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×