1 definition by keiandyuri

verb meaning to suffer an unexpected explosion in one's trousers, especially at a club.
"That post-punk straightedge bi Jewish-Korean-Russian aerobics instructor over there is totally making me plaxico."; "My career plan is to get promoted after plaxicating my boss."
από keiandyuri 6 Δεκέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×