1 definition by kevin the ninja

just another saying of pwned, but putting the dizzle in there for added effect. see pwned
spawned from the korean SAT 2 vocab pah han des so meaning laughing out loud. sounded like pwndizzle to me.

WOW you just got PWNDIZZLED.
*girl runs into a door*
girl: OW.
guy: can we get a pwndizzle?!
everyone else: PWNDIZZLED!
από kevin the ninja 29 Δεκέμβριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×