1 definition by kitonpyh

used to describe "adult activity" or "growing up"
jimmie's drunk mom walks in the room rambling about not paying rent talking about how he doesn't comprehend "adultivity".
από kitonpyh 28 Ιούλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×