2 definitions by kland

Noun. A really fucking big number.
I just won one fuckamillion dollars from the lottery!
από kland 10 Φεβρουάριος 2011
Adjective. The state of emotion where one feels both hungry and angry simultaneously. Allows for cause and effect (e.g. anger leads to hunger).
I've been waiting in this restraunt for a fucking hour and I'm starting to feel really hangry!
από kland 10 Φεβρουάριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×