1 definition by laughy-taffy

a nasty whore; who thinks they're better than everyone else, and smells like wet-dog.
The smut who drives that purple volkswagon, is so snobby, she thinks she can just cut off whoever is on the road.
από laughy-taffy 1 Απρίλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×